Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα: Ας θεραπεύσουμε όσα μας αρρώστησαν

Κάπου εκεί κοντά στις πέντε Ιουλίου, αν μέχρι τότε δεν αλλάξει πάλι κάτι… Κάπου εκεί φαίνεται να τερματίζεται η καταστροφική πενταετής μνημονιακή πορεία της χώρας, τα θεμέλια της οποίας μπήκαν από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και τα εποικοδομήματα από αυτές των Παπαδήμου και Σαμαρά – Βενιζέλου. Κάπου εκεί φαίνεται να ολοκληρώνεται και η πεντάμηνη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΑΝ.ΕΛ., με όποιον τρόπο και αν συμβεί αυτό.
Η ελληνική κοινωνία τα πέντε αυτά χρόνια συνήθισε να ζει μέσα στην καταστροφή, η οποία κατέστη συνεχές βιωματικό της στοιχείο. Συνήθισε να ζει μέσα στην αγωνία για το αύριο. Μια αγωνία που δεν είχε να κάνει με το αν αυτό το «αύριο» θα είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά με το πόσο χειρότερο θα είναι. Μέσα σε αυτό πλαίσιο καθημερινότητας η ένταση και η ψυχολογική φθορά έγιναν μόνιμα στοιχεία, συνηθισμένα και αυτά. Και το ερώτημα «ποιος φταίει» ή «τι έρχεται αύριο» αποτέλεσε το ιδανικό υπέδαφος, ώστε να φυτρώσει η λαϊκιστική ρητορεία, μοναδικό όπλο όλων όσοι δεν είχαν κάτι άλλο να διαχειριστούν, για να δικαιολογήσουν τη φτήνια των πολιτικών επιλογών τους. Άλλωστε, η επένδυση στο διχασμό είναι η μοναδική λύση πριν τον αφανισμό, καθώς, ακόμα και αν δε δεχτούμε την άποψη ότι σε ένα διπολικό σύστημα ωφελούνται και οι δύο πόλοι, είναι σαφές ότι εξασφαλίζεται τουλάχιστον η επιβίωση του ενός, αυτού που κινδυνεύει περισσότερο.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Το προπαγανδιστικό όχημα του «ρεαλισμού»

Η έννοια του ρεαλισμού είναι μια έννοια δύστροπη, δυσπρόσιτη και κυρίως πολύσημη, αναλόγως με τον εκάστοτε πομπό της. Ωστόσο, λόγω του θετικού της σημασιολογικού φορτίου και του της αδιαμφισβήτητης ικανότητάς της να γίνεται αποδεκτή ως βάση ουσιώδους διερεύνησης κυριαρχεί στο δημόσιο –και όχι μόνο- λόγο. Έτσι λοιπόν σήμερα γίνονται συζητήσεις για την «αναγκαιότητα στροφής στο ρεαλισμό», για «ρεαλιστικές πολιτικές» -και όχι πολιτική…-, για «αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων» και λοιπά ανάλογα εύηχα, χωρίς καμία βάση και ουσία αλλά με απαράμιλλη προπαγανδιστική ισχύ.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Ο χρόνος τρέχει, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο για όλους

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο υποκειμενική είναι η αίσθηση του χρόνου. Σκεφτείτε το. Αν θέσετε στον περίγυρό σας απλές ερωτήσεις με αυτό το ζητούμενο, οι απαντήσεις που θα πάρετε θα έχουν εντυπωσιακές αποκλίσεις. Αλήθεια, πόσος καιρός έχει περάσει από την Ολυμπιάδα της Αθήνας; Πολύς ή λίγος; Από το αλησμόνητο διάγγελμα του επίσης αλησμόνητου Παπανδρέου του νεώτερου; Από το φρικτό ναυάγιο του Norman Atlantic; Από την ανάληψη της εξουσίας από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τους ΑΝ.ΕΛ. και το ιστορικά συμβατικό σημείο μηδέν της μεταπολίτευσης; Πολύς ή λίγος; Αυθαίρετο το ερώτημα. Πολύς ή λίγος σε σχέση με τι;
Η σχετικότητα του χρόνου λοιπόν, ή μάλλον καλύτερα της χρονικής διάρκειας, εδράζεται σε πολλές και ποικίλες παραμέτρους, κυρίως αποκλίνουσες από άνθρωπο σε άνθρωπο και από εποχή σε εποχή. Έχει να κάνει με τις προσδοκίες, την προσμονή ή όχι ενός αποτελέσματος, την ποιότητα της καθημερινότητας, την ευχαρίστηση που αποφέρει ή τη δυσφορία που προκαλεί η εκάστοτε χρονική περίοδος. Έχει να κάνει, όμως, κυρίως με το τι θέτει ο καθένας από εμάς ως αρχή της μέτρησης και το πού τοποθετεί το τέλος της. Ή πού επιθυμεί να το θέσει. Και αυτό απορρέει από τη δυνατότητα που του δίνει η ίδια του η καθημερινότητα να περιμένει. Ή δεν του δίνει.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Για ένα σχολείο που δε θα είναι εξεταστικό κέντρο

Στους πρώτους δύο μήνες της νέας κυβέρνησης του τόπου κυριαρχεί η εντύπωση ότι την πολιτική επικαιρότητα μονοπωλεί ο τομέας της οικονομίας, ενώ όλοι οι υπόλοιποι φαίνεται ότι επικρέμονται από αυτόν, περιμένοντας τις εξελίξεις. Λογικό, χωρίς όμως να είναι και απολύτως σωστό. Ειδικά στο χώρο της παιδείας κάτι φαινόταν να κινείται στην αρχή, για να παγώσει στην πορεία. Η κατάργηση του «Νέου Λυκείου» και της Τράπεζας Θεμάτων είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Επειδή όμως στο χώρο αυτό δε λειτουργεί τίποτα ομαλά, αυτό που προέχει είναι η οικοδόμηση της ομαλότητας. Λόγω περιορισμένης έκτασης, θα αναλωθώ στο χώρο της δευτεροβάθμιας, καθώς εκεί εντοπίζονται και οι περισσότεροι πειραματισμοί διαχρονικά στο χώρο της παιδείας. Για να προκύψει όμως ομαλότητα, πρέπει να γίνουν και αλλαγές βάσει στοχευμένου σχεδίου.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Μαξιμαλισμού το εγκώμιο

Μετά λοιπόν από έναν αγχωτικό μαραθώνιο διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων, όπως έχουμε μάθει να τις ονομάζουμε εδώ και μια πενταετία, η πρώτη συμφωνία σχηματοποιήθηκε. Πολλά ακούστηκαν, καθώς κάποιοι έσπευσαν να τη μηδενίσουν εξ αρχής, ενώ κάποιοι –λίγοι- να πανηγυρίσουν την «επιτυχία». Σε κάθε περίπτωση είναι καλό να διατηρείται η ψυχραιμία και ο πραγματισμός, για να διασφαλιστεί ο μικρότερος δυνατός υποκειμενισμός. Άλλωστε, ο μηδενισμός είναι ένα διαχρονικό όπλο όσων έχουν συνηθίσει να πορεύονται βάσει μιας -συνήθως ασυνειδήτως υιοθετημένης- ισοπεδωτικής νοοτροπίας, ενώ και η ξαφνική γιορτινή διάθεση θολώνει τη σκέψη, λειτουργώντας ως ξέσπασμα ενός περιορισμένου υποσυνειδήτου.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Ας σοβαρευτούν κάποιοι επιτέλους…

Και ενώ διανύουμε το πρώτο δεκαπενθήμερο της νέας κυβέρνησης του τόπου από ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητους Έλληνες, μίας κυβέρνησης με πανίσχυρη λαϊκή εντολή και με σαφές μήνυμα να αλλάξει τη μέχρι τώρα πολιτική, τα πρώτα σημάδια της ποιότητας της αντιπολίτευσης (θεσμικής και μη) είναι ήδη ορατά. Η υστερία που συνόδευε τον πρώην κυβερνητικό σχηματισμό και είχε διαχυθεί και στα μέσα ενημέρωσης σε συνδυασμό με την ακατάσχετη καταστροφολογία που επιστρατευόταν ως προειδοποίηση για τα επερχόμενα δεινά που θα επακολουθούσαν την  καταψήφιση της μνημονιακής «ορθοδοξίας» είναι και πάλι παρόντα, ως στρατηγική αντιπολίτευσης πλέον. Με την ελπίδα της σύντομης «αριστερής παρένθεσης» να κυριεύει το νου του κόμματος του κ. Σαμαρά, το μήνυμα των πολιτών πέρασε σε ανυποληψία.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Η κυβερνητική παράταξη λίγο πριν το τέλος

Σπάνια βλέπει κανείς κάποιον οργανισμό να επιλέγει να ορίσει από μόνος του το «βιολογικό» του τέλος. Συνήθως προκύπτει ως φυσική αναγκαιότητα, ως το τέλος μιας ιστορικής και συνάμα εξελικτικής πορείας που αφήνει κατά μέρους το «σήμερα», για να πάρει τη θέση της μεταξύ των αναμνήσεων του «χτες». Σημεία αυτής της εξελισσόμενης φθοράς γίνονται ωστόσο ορατά διαρκώς από τον περίγυρο, χωρίς όμως να γίνονται πάντα αντιληπτά από το θνήσκοντα οργανισμό, ίσως λόγω της ορμέμφυτης τάσης να εθελοτυφλεί στα συμπτώματα, ίσως και λόγω της υπαιτιότητας στην πρόκλησή τους που καθιστά αδύνατη την «αυτό-διάγνωση».
Σε αυτό το στάδιο, ένα βήμα πριν το τέλος του, βρίσκεται και το κυρίως κυβερνών κόμμα, αδυνατώντας να το διακρίνει –ή απλά εθελοτυφλώντας. Και η σκληρή αλήθεια είναι  ότι το ίδιο επέλεξε μια πορεία φθαρτική με απώτερο τέρμα την αυτοδιάλυση. Μέσα στον κομπασμό της κυβερνητικής αλαζονείας και της αμετροεπούς ημιμάθειας των στελεχών της αδυνατεί να το διακρίνει. Και είναι αυτό κατανοητό. Κανείς δε θέλει να χαθεί, μέχρι την ώρα που χάνεται, όταν πλέον είναι και αδύνατο να συνειδητοποιήσει ό,τι συνέβη.
Σε μία πορεία εσωτερικής αποδόμησης, η παράταξη του κ. Σαμαρά επέλεξε να καταστραφεί. Αναδείχθηκε μέσα στην κρίση επενδύοντας στο ψέμα και την παραπλάνηση της κοινής γνώμης (18 σημεία, εξεταστική για το μνημόνιο, μείωση της ανεργίας και λοιπά κούφια λόγια), όταν οι πολίτες απαιτούσαν ελπίδα. Ασέλγησε στο κομμάτι της κοινωνίας που αποτελούσε διαχρονικά τον πυρήνα των οπαδών της, συνθλίβοντας τους μικρομεσαίους, τη μικρή ιδιωτική επιχείρηση και τους τόσο παρεξηγημένους εννοιολογικά «νοικοκυραίους». Συνέτριψε το κοινωνικό κέντρο, υποχρεώνοντάς το σε κοινωνικό και πολιτικό μετεωρισμό. Δεν υπολόγισε όμως ότι, όπως εύστοχα είχε επισημάνει και ο Noam Chomsky, το κοινωνικό κέντρο, μην έχοντας σαφή ιδεολογικό πυρήνα και προφανείς φιλοσοφικές καταβολές, είναι έωλο και απρόβλεπτο. Όσο εύκολος στόχος είναι, τόσο απρόβλεπτα επιθετική είναι και η πολιτική του αντίδραση. Δε σεβάστηκε την ιδιωτική περιουσία των μικρομεσαίων, αψηφώντας ακόμα και την ίδια την ιδεολογική της  διαδρομή. Γνωρίζοντας το άδικο της πολιτικής της πρακτικής, επένδυσε επικοινωνιακά στην ευτέλεια και τον ισοπεδωτισμό, αναδεικνύοντας σε κυρίως εκφραστές της πολιτικούς θρασύτατης μεγαλοστομίας. Σε αυτήν τη διαδικασία μετέτρεψε σε «μπροστάρηδες» του «σήμερα» τους περιθωριακούς –τα ακροδεξιά σταγονίδια κατά τον Κώστα Καραμανλή τον άλαλο- του «χτες». Αναζήτησε και αναζητά την επιβίωσή της, βρίσκοντας σωσίβια στο ταχέως θνήσκον ΠΑΣΟΚ, αγνοώντας ότι όποιος επεδίωξε να σωθεί με τη βοήθεια των εχθρών του ουσιαστικά αποφάσισε για το ταχύτερο τέλος του.
 Αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο ως σύμπτωμα της κοινωνίας και της οικονομίας, εκχωρώντας απερίσκεπτα το προνόμιο του μονοπωλίου του ανθρωπισμού στην Αριστερά, η οποία –δικαίως πλέον- έχει το αποκλειστικό προνόμιο –μέχρι νεωτέρας- να ρητορεύει σε ανθρωπιστική βάση. Επέλεξε, χωρίς να το αντιληφθεί, ένα μη γραμμικό και λανθάνοντα ντετερμινισμό που οδηγεί πλέον στη συντριβή της και την καταδίκη στην αφάνεια.
Ακόμα και τώρα, λίγο πριν το τέλος, επιβεβαιώνει την εμμονή της να θεωρεί την κοινωνία ως ένα ασύνταχτο σύνολο, μία μάζα που επιθυμεί απλά να τη διαχειρίζεται ως μέσο μακιαβελικών επιδιώξεων. Η στρατηγική της τρομοκράτησης είναι η στρατηγική που επιλέγει, ώστε να πλήξει τον αντίπαλό της και να υποχρεώσει την κοινωνία να σταθεί απρόθυμος σύμμαχός της. Ξεχνάει όμως ότι αυτό το κατόρθωσε ήδη μία φορά πριν 2,5 περίπου χρόνια. Και ο φοβισμένος σύμμαχος είναι ο πιο επικίνδυνος.
Σε αυτό το πλαίσιο η κυρίως κυβερνητική παράταξη φαίνεται έτοιμη να επιτελέσει το ιστορικό της χρέος στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Και το ιστορικό χρέος της είναι να συντριβεί. Για «να πεθάνει το παλιό, ώστε να δώσει χώρο στο νέο να γεννηθεί», παραφράζοντας τον Γκράμσι. Και όσο το ταχύτερο πάρει θέση ανάμεσα στις αναμνήσεις του παρελθόντας, τόσο το καλύτερο για την ίδια. Γιατί οι αναμνήσεις έχουν την όμορφη αυτή τάση να ωραιοποιούνται.