Οι
μεγαλύτερες ανατροπές στη ζωή έρχονται, όταν κανείς δεν τον περιμένει. Αυτή είναι, άλλωστε, και η έννοια της «ανατροπής»: «κατάργηση, εξαφάνιση, συνήθως βίαιη». Εδώ αλλάζω τον χαρακτηρισμό «βίαιη», καθώς ζούμε σε μια δημοκρατούμενη χώρα –ναι, με τις αρρυθμίες και τις ατέλειές της, δημοκρατία είναι–, με το «απότομη» ή «μη αναμενόμενη». Το μη αναμενόμενο προκύπτει από τα δεδομένα, τις προσλαμβάνουσες και πώς αυτά αξιολογούνται κάθε φορά από το εκάστοτε ενδιαφερόμενο υποκείμενο.
Ας θεωρήσουμε ως υποκείμενο εδώ το κυβερνών κόμμα, τη ΝΔ. Βιώνει μια πρωτοφανή αίσθηση ασφάλειας και μια ανυπαρξία αντιπολίτευσης και ανταγωνισμού που δεν έχει προηγούμενο στην περίοδο της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αυτή η αίσθηση της κυριαρχίας γεννά την αλαζονεία, την αίσθηση πως βρίσκεται σε ένα ιδιότυπο απυρόβλητο, την αδιαφορία για ό,τι τεκταίνεται εκτός του κομματικού και κυβερνητικού μικρόκοσμου και, εν τέλει, την αδυναμία επεξεργασίας δεδομένων.
Η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη ψηφίστηκε δύο φορές: τη μεν πρώτη, επειδή ευαγγελίστηκε την αναδιοργάνωση του κράτους με άξονες το δίκαιο, την αποτελεσματικότητα, την αξιοκρατία («αριστεία», όπως επικοινωνιακά την προσδιόρισε), τη δυτικόστροφη λειτουργία και την πρόσδεση –πολιτικά, ποιοτικά και λειτουργικά– με την Ε.Ε. Απευθύνθηκε έτσι όχι στο κομματικό της ακροατήριο, το οποίο είναι –κακώς– δεδομένο και –ευτυχώς– πεπερασμένο, αλλά στο μεγάλο κοινωνικό σύνολο του μεσαίου χώρου, του κοινωνικού κέντρου, που είτε κουράστηκε με τους πειραματισμούς της περιόδου Τσίπρα είτε έκρινε την επιλογή της ΝΔ ως ορθολογική. Πάνω κάτω με τα ίδια επιχειρήματα επανεξελέγη το 2023 από το ίδιο περίπου κοινό, το οποίο φοβήθηκε το τότε μη αναμενόμενο – μια επάνοδο ΣΥΡΙΖΑ.
Η αλήθεια είναι ότι την πρώτη περίοδο η παρούσα κυβέρνηση διαχειρίστηκε καταστάσεις εξαιρετικές, όχι φυσικά και με τρόπο εξαιρετικό. Αλλά, τουλάχιστον, επέδειξε ανακλαστικά που ταιριάζουν στο ορθολογικό κέντρο. Εμπιστοσύνη στην επιστήμη στη διαχείριση της πανδημίας, την ώρα που άλλες και άλλοι επεδείκνυαν αντιεπιστημονικό και επικίνδυνο λαϊκισμό, και υποστήριξη της Ουκρανίας κατά την εισβολή της Ρωσίας, όταν απογοήτευσε ένα κομμάτι του δεξιού και φιλορωσικού της ακροατηρίου αλλά απέδειξε έμπρακτα τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.
Ωστόσο, μετά από επτά χρόνια κυριαρχίας, φαίνεται να χάνει διαρκώς την επαφή της με το κέντρο – το μέρος αυτό της κοινωνίας στο οποίο χρωστάει τις εκλογικές της νίκες. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και η διαχείρισή της φανερώνει αυτό που όλοι γνωρίζαμε εξ αρχής. Το κράτος των ημετέρων καλά κρατεί. Φανερώνει όμως και κάτι άλλο. Η αήθης επίθεση της κ. Βούλτεψη στην κ. Κοβέσι, με αναφορές που κανονικά παραπέμπουν σε διαχείρισή τους με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, και η προκλητική, όπως πάντα, τοποθέτηση του αμετροεπούς κ. Γεωργιάδη πως «η πολιτική διαμεσολάβηση (sic) είναι αρμοδιότητα του βουλευτή, μέρος του “job description” (sic) και η έρευνα του ευρωπαϊκού θεσμού βλάπτει τη δημοκρατία(!!!)» φανερώνουν ότι στο κυβερνών κόμμα η ευρωπαϊκή ταυτότητα υπάρχει τύποις και στα δύσκολα το κόμμα αναδίδει έναν ορμητικό και δύσοσμο επαρχιωτισμό.
Το κεντρώο προφίλ του κ. Μητσοτάκη –και άλλων στελεχών– είναι μια συνιστώσα. Κατά τον κ. Βορίδη ο Τραμπ είναι «ο δυτικός ηγέτης που έμπρακτα υπερασπίζεται τα συμφέροντα του δυτικού ημισφαιρίου» (για τον κ. Βορίδη ο δυτικός κόσμος είναι ένας γεωγραφικός χώρος μάλλον). Κατά τον κ. Πλεύρη τον νεότερο, «η φύλαξη των συνόρων μας απαιτεί νεκρούς» και «οι πρόσφυγες τρώνε πλουσιοπάροχα» στα κέντρα φιλοξενίας – ή κράτησής τους. Αντιλαμβάνομαι ότι οι δύο προαναφερθέντες απευθύνονται σε ένα κοινό συντηρητικό και εθνικόφρον, το αίμα, άλλωστε, νερό δεν γίνεται. Ωστόσο ηχούν ως παραφωνίες στα αυτιά ενός κεντρώου πολίτη. Παραφωνία, όμως, που δεν τιθασεύεται και έτσι αποκτά κυβερνητική υπόσταση.
Η επίκληση της αριστείας ένα πουκάμισο αδειανό. Η υπόθεση του «ομορφάντρα», όπως αυτοπροσδιορίστηκε, κ. Λαζαρίδη το αποδεικνύει. Όπως και η τοποθέτηση του κ. Μαρκόπουλου σε καίρια επικοινωνιακά θέση. Ναι, σύμφωνοι, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, αλλά σε μια κοινωνία τόσο σύνθετη και διαρκώς αναδιαμορφωνόμενη θεωρώ ότι η ακαδημαϊκή επάρκεια, έστω, είναι απαραίτητη για ένα μέλος μιας κυβέρνησης. Πόσο μάλλον αν αυτή η κυβέρνηση επικαλείται την «αριστεία» ως δεύτερο όνομά της. Αλλά η όποια αριστεία ωχριά μπροστά στα κομματικά διαπιστευτήρια, κατά πώς φαίνεται.
Δεν είναι μόνο αυτά, είναι απειράριθμα άλλα, όπως η τοποθέτηση κάποιου Τασούλα στον ύψιστο θεσμό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα ατοπήματα είναι διαρκή, λες και έχει διοργανωθεί κάποιος άτυπος διαγωνισμός γκάφας στα επιτελεία της κυβέρνησης. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία διαπίστωσης ότι προξενεί ρήγματα στη σχέση της με την κοινωνία, το υγιές και πολιτικά ανεξάρτητο τμήμα της, όχι το κομματικό.
Αρκούν αυτά, για να πέσει μια κυβέρνηση; Μη αναμενόμενες εξελίξεις θα δώσουν την απάντηση, όπως π.χ. η διαμόρφωση ενός νέου κεντρώου πολιτικού φορέα – τέτοιος δεν διακρίνεται στον ορίζοντα. Ή κάτι άλλο. Η πιο ορθολογική πρόβλεψη, με βάση τα δεδομένα, είναι ότι θα επανεκλεγεί, ελλείψει αντιπάλου και με μισή καρδιά. Και θα πράττει τα ίδια και χειρότερα, δυστυχώς αναπόφευκτο αυτό. Εκτός αν, ευχής έργον, προκύψει κάτι «μη αναμενόμενο» και αποτελματώσει την κατάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου