Πρόσφατα
έκανα μια πρόχειρη αναζήτηση στο google, αναζητώντας κάποιες πληροφορίες για τη μυθική θεά Άρτεμη,
σε μια προσπάθεια να φρεσκάρω κάτι στη μνήμη μου. Η αλήθεια είναι ότι η
αναζήτηση δεν προχώρησε ποτέ. «Σκάλωσε» -διανοητικά και πρακτικά- στο τρίτο
μόλις γράμμα. Αρτ-. Τρίτη επιλογή –βάσει συχνότητας- είναι η αναζήτηση «Αρτέμης Σώρρας». Κάπου
εκεί, παροδηγούμενος, «πάτησα» το όνομά του. Εντυπωσιάστηκα, είναι η αλήθεια,
από το πλήθος των σελίδων στο facebook
και σε άλλα αντίστοιχα μέσα που προβάλλουν αυτήν την «προσωπικότητα».
Εντυπωσιάστηκα και τρόμαξα ταυτόχρονα. Πρώτη σκέψη ήταν το «πού πάμε», την
οποία, όμως, σύντομα διαδέχτηκε η άλλη. «Όπου οδηγούμαστε».
Η
γενίκευση μιας ηχηρής και αμετροεπούς υστερίας στην ελληνική πολιτική και
κοινωνική ατμόσφαιρα είναι μάλλον δεδομένη. Σε μια εποχή που ο κόσμος αναζητά
απαντήσεις, προκύπτουν άνθρωποι έτοιμοι
να δώσουν τις «κατάλληλες». Εύκολες πάντα και με βάση δοκιμασμένες συνταγές που
εγγυώνται τη διάδοσή τους. Όσο μάλιστα πιο τρελές και «παλικαρίσιες» είναι
αυτές οι απαντήσεις, τόσο ευρύτερη προβολή υπόσχονται. Αρκεί να
στοχοποιούν κάποιον αόρατο εχθρό και να
εγγυώνται τη νίκη απέναντί του – μια νίκη μάλιστα εύκολη και αναίμακτη. Ωστόσο,
αυτή η επικράτηση φωνών περιθωριακών στο δημόσιο λόγο δεν είναι κάτι καινούριο.
Απλά, τώρα τελευταία τείνουν να αναδειχτούν και σε συστημικές, σε νόρμα παρά σε
παρέκκλιση.