Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Τα «αριστερά» παρατήματα της Παιδείας

Πορεία προς την ομαλότητα λοιπόν. Η επαναδιαπραγμάτευση είναι πλέον πίσω μας, το σκίσιμο των μνημονίων ξεθωριάζει σιγά – σιγά ακόμα και ως ανάμνηση. Άρα, αυτό που μας έμεινε πλέον είναι η ομαλότητα. Αυτήν αναζητούμε σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και με βάση αυτήν ευελπιστούν οι πάντες να βρουν, μέσα από τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, μια «περπατησιά» προς μια κατεύθυνση. Αυτή η ομαλότητα λοιπόν, το στοιχειώδες και το απαραίτητο, λείπει από τα ελληνικά σχολεία εδώ και αρκετά χρόνια. Μόνο που αντί να γίνονται βήματα προς την προσέγγιση έστω αυτής, αυτή φαντάζει όλο και περισσότερο ως όνειρο άπιαστο, απατηλό.
Εννιά μήνες μετά την απόφαση της κοινωνίας να γυρίσει σελίδα στην πολιτική ζωή του τόπου και μετά από ένα δημοψήφισμα, μια εκλογική αναμέτρηση και κάμποσες ελπίδες που αποδείχθηκαν – ως τώρα- φρούδες, κάτι θα πρέπει να αρχίσει να κινείται προς κάποια κατεύθυνση και μάλιστα με βήμα ταχύ. Σε αυτήν την εννεάμηνη πορεία λοιπόν της νέας και ταυτόχρονα αναβαπτισμένης κυβέρνησης της αριστεράς ο κόσμος προσπαθεί να αντιληφθεί τι διαφορετικό θα προκύψει σε επίπεδο πολιτικό, διαχειριστικό, ηθικό, κοινωνικό. Τέτοιες απορίες συσσωρεύονται και στο χώρο της σχολικής εκπαίδευσης, σε βαθμό μάλιστα που τείνει να γίνει ανησυχητικός.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ο κόσμος να σταθεί και πάλι πάνω από το ύψος του

         Η είδηση ότι η χώρα οδεύει εκ νέου σε εκλογές δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή από μόνη της. Είναι σίγουρα, όμως, παράξενη.  Οι ίδιες οι εκλογές δεν αποτελούν ούτε εμπαιγμό του δημοκρατικού πολιτεύματος, ούτε στρέβλωση της λειτουργίας του, αλλά ούτε και ύμνο στη δημοκρατική λειτουργία. Το θέμα ουσιαστικά δεν είναι οι ίδιες οι εκλογές, αλλά το πώς και το γιατί οδηγηθήκαμε και πάλι σε αυτές. Ποιοι λόγοι τις κατέστησαν αναγκαίες. Γιατί στην παρούσα συγκυρία αυτό είναι, αναγκαίες .

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

23% και στην Παιδεία;

Μπορεί να είναι ακόμα Αύγουστος και ο κόσμος να ετοιμάζεται –όσο και όποιοι μπορούν- για μια περίοδο καλοκαιρινής χαλαρότητας, απαραίτητης μετά την ψυχοφθόρο ένταση των μηνών που προηγήθηκαν, ωστόσο κάποια μηνύματα πρέπει να δίνονται έγκαιρα, προτού καταστούν άσκοπα. Πριν τα προσπεράσουν οι εξελίξεις. Ο λόγος για το νέο «χτύπημα» στο χώρο της φροντιστηριακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, χώρο δομικό, λόγω των γνωστών αδυναμιών του δημοσίου συστήματος παροχής εκπαίδευσης, για τη μαθησιακή διαδικασία.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Πέντε μήνες (και πέντε χρόνια) που μάθαμε πολλά…

Πέρασε μια περίοδος (για να ανοίξει μια νέα;) τεράστιας αβεβαιότητας για τη χώρα, η οποία δικαίως χαρακτηρίστηκε «ιστορική», ακόμα και αν δεχτούμε τη διαχρονικά υποκειμενική τάση του ανθρώπου να αισθάνεται τη συγχρονία στην οποία ζει ως λίαν σημαντική για το ρου της ιστορίας.  Μια περίοδος γεμάτη ένταση, συγκίνηση, πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση –θέλω να πιστεύω γόνιμη, καθώς οι ιαχές περί «διχασμού» αποδείχθηκαν περίτρανα κενολογίες. Μια περίοδος που έληξε, ωστόσο, με ένα έντονο αίσθημα απογοήτευσης και σαστιμάρας.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα: Ας θεραπεύσουμε όσα μας αρρώστησαν

Κάπου εκεί κοντά στις πέντε Ιουλίου, αν μέχρι τότε δεν αλλάξει πάλι κάτι… Κάπου εκεί φαίνεται να τερματίζεται η καταστροφική πενταετής μνημονιακή πορεία της χώρας, τα θεμέλια της οποίας μπήκαν από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και τα εποικοδομήματα από αυτές των Παπαδήμου και Σαμαρά – Βενιζέλου. Κάπου εκεί φαίνεται να ολοκληρώνεται και η πεντάμηνη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΑΝ.ΕΛ., με όποιον τρόπο και αν συμβεί αυτό.
Η ελληνική κοινωνία τα πέντε αυτά χρόνια συνήθισε να ζει μέσα στην καταστροφή, η οποία κατέστη συνεχές βιωματικό της στοιχείο. Συνήθισε να ζει μέσα στην αγωνία για το αύριο. Μια αγωνία που δεν είχε να κάνει με το αν αυτό το «αύριο» θα είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά με το πόσο χειρότερο θα είναι. Μέσα σε αυτό πλαίσιο καθημερινότητας η ένταση και η ψυχολογική φθορά έγιναν μόνιμα στοιχεία, συνηθισμένα και αυτά. Και το ερώτημα «ποιος φταίει» ή «τι έρχεται αύριο» αποτέλεσε το ιδανικό υπέδαφος, ώστε να φυτρώσει η λαϊκιστική ρητορεία, μοναδικό όπλο όλων όσοι δεν είχαν κάτι άλλο να διαχειριστούν, για να δικαιολογήσουν τη φτήνια των πολιτικών επιλογών τους. Άλλωστε, η επένδυση στο διχασμό είναι η μοναδική λύση πριν τον αφανισμό, καθώς, ακόμα και αν δε δεχτούμε την άποψη ότι σε ένα διπολικό σύστημα ωφελούνται και οι δύο πόλοι, είναι σαφές ότι εξασφαλίζεται τουλάχιστον η επιβίωση του ενός, αυτού που κινδυνεύει περισσότερο.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Το προπαγανδιστικό όχημα του «ρεαλισμού»

Η έννοια του ρεαλισμού είναι μια έννοια δύστροπη, δυσπρόσιτη και κυρίως πολύσημη, αναλόγως με τον εκάστοτε πομπό της. Ωστόσο, λόγω του θετικού της σημασιολογικού φορτίου και του της αδιαμφισβήτητης ικανότητάς της να γίνεται αποδεκτή ως βάση ουσιώδους διερεύνησης κυριαρχεί στο δημόσιο –και όχι μόνο- λόγο. Έτσι λοιπόν σήμερα γίνονται συζητήσεις για την «αναγκαιότητα στροφής στο ρεαλισμό», για «ρεαλιστικές πολιτικές» -και όχι πολιτική…-, για «αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων» και λοιπά ανάλογα εύηχα, χωρίς καμία βάση και ουσία αλλά με απαράμιλλη προπαγανδιστική ισχύ.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Ο χρόνος τρέχει, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο για όλους

Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσο υποκειμενική είναι η αίσθηση του χρόνου. Σκεφτείτε το. Αν θέσετε στον περίγυρό σας απλές ερωτήσεις με αυτό το ζητούμενο, οι απαντήσεις που θα πάρετε θα έχουν εντυπωσιακές αποκλίσεις. Αλήθεια, πόσος καιρός έχει περάσει από την Ολυμπιάδα της Αθήνας; Πολύς ή λίγος; Από το αλησμόνητο διάγγελμα του επίσης αλησμόνητου Παπανδρέου του νεώτερου; Από το φρικτό ναυάγιο του Norman Atlantic; Από την ανάληψη της εξουσίας από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τους ΑΝ.ΕΛ. και το ιστορικά συμβατικό σημείο μηδέν της μεταπολίτευσης; Πολύς ή λίγος; Αυθαίρετο το ερώτημα. Πολύς ή λίγος σε σχέση με τι;
Η σχετικότητα του χρόνου λοιπόν, ή μάλλον καλύτερα της χρονικής διάρκειας, εδράζεται σε πολλές και ποικίλες παραμέτρους, κυρίως αποκλίνουσες από άνθρωπο σε άνθρωπο και από εποχή σε εποχή. Έχει να κάνει με τις προσδοκίες, την προσμονή ή όχι ενός αποτελέσματος, την ποιότητα της καθημερινότητας, την ευχαρίστηση που αποφέρει ή τη δυσφορία που προκαλεί η εκάστοτε χρονική περίοδος. Έχει να κάνει, όμως, κυρίως με το τι θέτει ο καθένας από εμάς ως αρχή της μέτρησης και το πού τοποθετεί το τέλος της. Ή πού επιθυμεί να το θέσει. Και αυτό απορρέει από τη δυνατότητα που του δίνει η ίδια του η καθημερινότητα να περιμένει. Ή δεν του δίνει.