Πριν λίγες
ημέρες κανόνισα ένα απογευματινό ποτό με μια φίλη που είχα καιρό να δω. Κάποτε
κάναμε τακτική παρέα, καθημερινή σχεδόν, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που
είχαμε, αλλά και τον τελείως διαφορετικό μας κοινωνικό ρόλο και θέση, παρόλα
αυτά στην πορεία χαθήκαμε, κάτι που προέκυψε μάλλον φυσικά. Ωστόσο, πού και πού
επεδίωκα να την συναντώ, να συνομιλώ μαζί της. Την βρήκα να κάθεται και να με
περιμένει σε ένα μπαρ στο Κολωνάκι, μόνη, και να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της
με ολοφάνερη την απαξίωση στο βλέμμα. Η εμφάνισή της πρόδιδε ελιτισμό σε
συνδυασμό με περιφρόνηση, που, ωστόσο, δεν ήταν τόσο πηγαία –άρα και
ειλικρινής- όσο επίπλαστη –άρα ελαφρώς προμελετημένη. Απέπνεε την αύρα μιας
ξεπεσμένης παλιάς μεσοαστής με ξεθυμασμένο, πλέον, το στοιχείο της ευπρέπειας,
που είχε αντικατασταθεί από μια ξινή υπεροψία. Το χαμόγελό της, όταν με είδε,
απλώθηκε διάπλατα στα χείλη της. Η εκδήλωση της ευγένειας είναι απαραίτητη
στους κύκλους αυτούς, ακόμα και αν είναι έκδηλα υποκριτική.
Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017
Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017
Οι Πανελλαδικές δεν απέτυχαν… Απλά γέρασαν.
Κάθε
χρόνο, εδώ και πολλά χρόνια, η ίδια ιστορία. Φέτος μετατοπίστηκε λίγο προς το
καλοκαίρι, στο πλαίσιο ακόμα μιας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, η οποία
περιμένει να «ξαναμεταρρυθμιστεί» οσονούπω, αλλά μικρή η διαφορά. Το σύνολο
σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας χορεύει στους ρυθμούς των Πανελλαδικών. «Ποια
είναι τα sosάκια;», «τι
προβλέπετε;», «τι να διαβάσω τελευταία στιγμή;», «θα πέσουν εύκολα ή δύσκολα
θέματα;», «θα ανέβουν ή θα πέσουν οι βάσεις;», «υπάρχουν κάποιοι που ξέρουν τα
θέματα, μου το έχει πει ο ιδιοκτήτης του φροντιστηρίου εμένα!». Χιλιάδες
μαθητές περιμένουν με αγωνία να δουν τους κόπους μιας δωδεκαετούς πορείας στο
ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να αποδίδουν καρπούς μέσω μιας –μοναδικής και
τελεσίδικης- εξέτασης. Οι Πανελλαδικές εξετάσεις αποτελούν κατεστημένη
πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας, έναν αναβαθμό προσωπικής εξέλιξης και,
γιατί όχι, ανέλιξης κάθε παιδιού που βρίσκεται στο μεταίχμιο εφηβείας και
ενηλικίωσης.
Φέτος,
όπως και πολλάκις στο πρόσφατο και μακρινό παρελθόν, επικρατεί μια παράλληλη
της διεξαγωγής συζήτηση περί της επικείμενης κατάργησής τους. Αυτή η δεδηλωμένη
πρόθεση της πολιτειακής ηγεσίας έχει φουντώσει την αντιπαράθεση αναφορικά με
την αναγκαιότητα μιας σχετικής μεταρρύθμισης. Όταν, όμως, προκύπτει η ανάγκη
για υπεράσπιση ή απόρριψη ενός θεσμού, τότε και η σχετική επιχειρηματολογία
γίνεται μια φυσική αναγκαιότητα. Γιατί, για να αλλάξει κάτι, σημαίνει ότι
απέτυχε ή, πλέον, δεν επαρκεί, ενώ για να παραμείνει εν ισχύ, σημαίνει ότι
λειτουργεί ομαλά και κρίνεται επιτυχημένο.
![]() |
| "Κάθε ον είναι μια ιδιοφυία, αλλά, αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώνει ένα δέντρο, θα περάσει μια ζωή νομίζοντας ότι είναι ηλίθιο" |
Τετάρτη 10 Μαΐου 2017
Ο κόσμος (δεν) θα αλλάξει τόσο γρήγορα
Όλα φαίνονται
να αλλάζουν στον κόσμο που ζούμε. Η Αγγλία αποχώρησε από την Ε.Ε. Ο Τραμπ
διαδέχτηκε τον –κατά γενική ομολογία- συμπαθέστερο αμερικάνο Πρόεδρο της σύγχρονης
ιστορίας και φαίνεται να έχει αναπτύξει μια συγκρουσιακή πολιτική με όλους τους
υπόλοιπους ηγέτες του κόσμου, πολλοί εκ των οποίων φαντάζουν ημιπαράφρονες. Ο
Κιμ Γιονγκ Ουν είναι καθημερινά έτοιμος «να πατήσει το κουμπί». Στην Ευρώπη η
ακροδεξιά γιγαντώνεται, παρόλο που ακόμα δεν μπορεί να επικρατήσει σε εκλογικές
διαδικασίες. Η Τουρκία απολυταρχοποιείται και έχει ανοίξει μέτωπα σε κάθε
σχεδόν μεριά των συνόρων της –ή έτσι έχει διαμορφωθεί η εικόνα στο φαντασιακό
του δέκτη. Ο Πούτιν είναι διαρκώς ετοιμοπόλεμος, «ο τελευταίος ηγέτης που έχει
μείνει στον κόσμο». Στη Συρία επιχειρείται η αναδιανομή της «πίτας», με πλήρη
αδιαφορία για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Όλη η οικουμένη βρίσκεται σε
περιδίνηση και –φυσικά- κάτι τέτοιο προοιωνίζεται τεκτονικές αλλαγές. Αυτή η
αίσθηση επιβεβαιώνεται και από διάφορα sites -και όχι μόνο. Και φυσικά, όταν μιλάμε για αλλαγές, κάποιος
μεγάλος πόλεμος έρχεται, η χρεωκοπία κάποιου γίγαντα με πήλινα πόδια ή –έστω- η
διάλυση της Ε.Ε. Έτσι πρέπει να είναι. Ή μήπως όχι;
![]() | ||
|
Τετάρτη 12 Απριλίου 2017
Μα καλά, είσαι ηλίθιος;
Το ακούμε
συχνά, ως μια έκφραση «ειλικρινούς», πρόδηλης απογοήτευσης και απελπισίας για
το διανοητικό επίπεδο όλων όσοι μας περιβάλλουν, ενίοτε –συχνά πάντως- και για
αυτό των εκάστοτε κυβερνώντων. «Μα καλά, είναι ηλίθιοι, τι πάνε και ψηφίζουν;»,
«ε, από ηλίθιους, περίμενες κάτι καλύτερο;», «αφού μας κυβερνούν ηλίθιοι», «ο
κόσμος είναι ηλίθιος», «πω ρε φίλε, όλοι ηλίθιοι είναι τελικά». Προφανώς όσοι
εκστομίζουν το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό τοποθετούν τον εαυτό τους ένα –τουλάχιστον-
σκαλοπάτι ψηλότερα στην πνευματική κλίμακα και –φυσικά- θεωρούν εαυτούς αρτιότερους,
ώστε να λαμβάνουν αποφάσεις για το μέλλον του τόπου. Εδώ εντάσσεται μάλλον και
το γνωστό επιχείρημα που ακούμε, δίκην αστεϊσμού, αλλά με σαφή αποβλεπτικότητα:
«ίσως θα ήταν καλό να κάναμε ένα τεστ I.Q., για
να δούμε ποιοι μπορούν να ψηφίζουν».
Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017
«Μετανοείτε, έρχεται Άνοιξη»
Ποια είναι η
αίσθησή σου, όταν, επιστρέφοντας από μια σαββατιάτικη θεατρική παράσταση,
αντικρίζεις το αυτοκίνητό σου αναίτια «τραυματισμένο», με κλειδαριά και τζάμι
σπασμένα; Σίγουρα κάτι από την ομορφιά της βραδιάς μόλις πέθανε, αφήνοντας και
πάλι λίγο χώρο, για να τον καταλάβει αυτή η, εδραιωμένη τελευταία, αίσθηση της
ασχήμιας που μας κατακλύζει. Αν, τώρα, αυτή η εμπειρία έλθει να προστεθεί σε
μια παρανοϊκή κανονικότητα της τελευταίας περιόδου, καθώς τα τελευταία δύο χρόνια
έχω δει την κλειδαριά έξι φορές σπασμένη και το τζάμι άλλες δύο, τότε, όπως
είναι φυσικό, η λογική παραμερίζει και κυριαρχεί το θυμικό. Μετά από την
κλασική αντίδραση –ύβρεις επί αοράτου στόχου, νεύρα ασυγκράτητα και μια
γενικευμένη εκδήλωση οργής- αναγκαστικά κάνεις το μόνο που μπορείς να κάνεις:
να φύγεις.
Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017
Ξεφυλλίζοντας κάποιες σκέψεις του Ουμπέρτο Έκο ένα χρόνο μετά
Κάποιες φορές
αναρωτιέσαι πώς μπορείς να περιγράψεις με λόγια ό,τι έχεις ζήσει, ό,τι σε έχει
σημαδέψει πνευματικά, ηθικά, αντιληπτικά. Η πρώτη σκέψη είναι ότι δεν μπορείς
και απλά πρέπει να εγκαταλείψεις την προσπάθεια, για να μην δεις αποτυπωμένο
ένα αποτέλεσμα που υστερεί σε σχέση με ό,τι είχες στο μυαλό σου. Και τότε
υπεισέρχεται το στοιχείο της πρόκλησης. Και του χρέους, ενός χρέους που δεν
ορίζεται με το στείρο υπολογιστικό πνεύμα μιας εποχής που μας επιτάσσει να
αξιολογούμε ακόμα και το λόγο για τον οποίο αναπνέουμε, αλλά με βάση την
ορμέμφυτη τάση να εκφραστείς και να εκφράσεις ό,τι βασανίζει το μυαλό σου. Η
είδηση του θανάτου του Ουμπέρτο Έκο ένα χρόνο πριν με βρήκε κάποιο πρωινό
Σαββάτου, ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω για δουλειά. Μπορώ να πω όχι απροετοίμαστο
ψυχολογικά, καθώς, θυμάμαι ακόμα, είχα πρόσφατα αγοράσει το τελευταίο του
μυθιστόρημα, «Φύλλο Μηδέν», και, αποστρεφόμενος στη σύντροφό μου, είπα: «Είναι
πολύ πιθανό να είναι το τελευταίο του». Διαισθητικά, κάτι μέσα μου αυτό έλεγε.
Πολλοί
προτάσσουν, αναφερόμενοι στον Έκο, την ιδιότητα του ακαδημαϊκού, του
σημειολόγου ή του φιλόσοφου ή, ακόμα, και του κριτικού λογοτεχνίας. Τον γνώρισα
ως μυθιστοριογράφο και, μέσα από αυτήν του την ιδιότητα, προσέγγιζα πάντα και
τις υπόλοιπες. Δεν θα πω το τετριμμένο ότι σημάδεψε τη σκέψη μου. Πολύ βαρύ
αυτό και πολύ πρόωρο. Θα πω, όμως, ότι διαρκώς μου δημιουργούσε –και μου
δημιουργεί ακόμα – έναν ειλικρινή θαυμασμό. Και απορίες, πολλές από τις οποίες
δεν θα λυθούν ποτέ.
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017
Και αν η Αντιγόνη έχει ήδη καταργηθεί;
Διαβάζοντας τη
φήμη περί κατάργησης της διδασκαλίας της Αντιγόνης από το ωρολόγιο πρόγραμμα
της Β’ Λυκείου, αρκετές ημέρες πριν η ΠΕΦ βγάλει μια σκληρή –και λίγο άστοχη- ανακοίνωση
κατά της φημολογούμενης πρόθεσης του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, δεν
αντιμετώπισα την είδηση ως αναπάντεχη, ούτε, τολμώ να πω, με ξένισε σαν
άκουσμα. Και δεν με ξένισε, επειδή, τολμώ και πάλι να πω, στην πράξη έχει
ουσιαστικά ήδη καταργηθεί. Ποιος μαθητής –πλην ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων-
έχει έμπρακτα ασχοληθεί ή -μάλλον καλύτερα- προβληματιστεί με το περιεχόμενο
της τραγωδίας του Σοφοκλή; Η σχετική διάψευση του Υπουργείου λίγο επηρέασε τον
προβληματισμό μου. Η πραγματικότητα και η ουσία αυτής είναι δεδομένη, ανεξάρτητα
της κατάργησης ενός μαθήματος ακόμα από το σχολικό πρόγραμμα.
Καλό είναι να
μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, ειδικά για ζητήματα τα οποία η
καθημερινότητα καθιστά γνωστά σε ένα μεγάλο φάσμα της κοινωνίας. Η Αντιγόνη
έχει απαξιωθεί στη συνείδηση των μαθητών από τη στιγμή που μετατοπίστηκε στο βυθό
του αξιακού συστήματος με βάση το οποίο κρίνεται η «σοβαρότητα» των μαθημάτων.
Η περιθωριοποίησή της πηγάζει από την κατάργηση των Πανελλαδικών εξετάσεων της
Β’ Λυκείου, όταν, πλέον, έχασε τη «χρησιμότητά» της, καθώς «εκτελέστηκε» στο
βωμό της προσήλωσης στα μαθήματα «κατεύθυνσης» ή, μετέπειτα, «προσανατολισμού».
Δηλητηριάστηκε και από την καθαρά τυπολατρική διδακτική της προσέγγιση,
παύοντας να είναι γοητευτική στους μαθητές. Και δεν τους βρίσκω άδικο. Η ουσία
της Αντιγόνης δεν βρίσκεται στις «ευκτικές», τους «υποθετικούς λόγους» ή τους
«δυικούς αριθμούς. Η εμμονή σε μια διδασκαλία γραμματικοσυντακτικών τύπων δεν
μπορεί να είναι γόνιμη. Ούτε είναι δυνατόν να κερδίσει έτσι το ενδιαφέρον των
μαθητών, πέραν αυτών που ενδιαφέρονται για πρακτικούς και μόνο λόγους. Η
Αντιγόνη ηττήθηκε, επίσης, λόγω του γενικευμένου εκφυλισμού του Λυκείου
–ιδιαίτερα δε των δύο τελευταίων τάξεων- που υποβιβάζει την προσφερόμενη γνώση
σε χρησιμοθηρικούς προσανατολισμούς, με μοναδικό αντίκρισμα το άμεσο βαθμολογικό
κέρδος, παραγνωρίζοντας το μακροπρόθεσμο σκοπό της παιδείας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

