Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Συμφιλίωση με το παρελθόν, ο χαμένος μας αγώνας

 Τα ταξίδια ανοίγουν τη σκέψη και τους ορίζοντες. Είχα χρόνια να το νιώσω· όσα είχα, τέσσερα για την ακρίβεια, να μπω και σε αεροπλάνο. Ας όψονται οι νέες συνθήκες ζωής. Τέλος πάντων, μικρή σημασία έχει αυτή η εξομολόγηση, απλώς προέκυψε αυθόρμητα.

Μνημείο εκτελεσθέντων της εξέγερσης του 1956 στο Hősök tere. Αυτό σημαίνει ορατότητα της μνημειακής αρχιτεκτονικής


Προορισμός Βουδαπέστη. Τον αναφέρω και για το περιεχόμενο του κειμένου αλλά και θέτοντας εξαρχής μια υποσημείωση που θεωρώ καίρια. Η Ουγγαρία είναι ένα κράτος που δεν φημίζεται για τη νεωτερικότητα και τον προοδευτισμό της. Κάθε άλλο, κυβερνάται από μια διεφθαρμένη κυβέρνηση, για την οποία οι δημοκρατικές λειτουργίες είναι εμπόδιο στα όποια σχέδιά της και οι αξίες του δημοκρατικού κόσμου κάτι το αδιάφορο. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία καθημερινότητας, νοοτροπίας αλλά και δομών που διαμορφώνουν τη συνείδηση που είναι εντυπωσιακά. Θα αναφερθώ στο τελευταίο σήμερα, ίσως επανέλθω στα υπόλοιπα σε άλλο κείμενο.

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης το βλέμμα επικεντρώνεται σε διάφορα τοπόσημα, μνημεία και αγάλματα. Τα παπούτσια στην όχθη στον Δούναβη από τη μεριά της Πέστης, σύμβολο μνήμης των εκτελεσθέντων Εβραίων, το Σοβιετικό ηρωικό μνημείο, βορειοδυτικά του οποίου στην ίδια πλατεία, όλως παραδόξως και σημειολογικώς, στέκει το άγαλμα του Ronald Reagan, τα μνημεία που αναφέρονται στους δολοφονημένους εξεγερθέντες κατά της σοβιετικού τύπου δικτατορίας της περιόδου Οκτωβρίου-Νοεμβρίου του 1956 μπροστά από το Κοινοβούλιο (τι αρχιτεκτονικό στολίδι κι αυτό!) και στο πάρκο της πόλης, το άγαλμα του μετριοπαθούς και μεταρρυθμιστή κομμουνιστή ηγέτη Imre Nagy, που απήχθη από τους Σοβιετικούς και εκτελέσθηκε προς παραδειγματισμό το 1958. Το βλέμμα επικεντρώνεται και στο «Σπίτι του Τρόμου», ένα μουσείο που αποσκοπεί, όπως γράφει και το εισαγωγικό μήνυμα στην ιστοσελίδα του, στη «διατήρηση της ιστορικής μνήμης δύο τραγικών περιόδων της ουγγρικής ιστορίας μεταξύ του 1944 και του 1990, όταν η ανεξαρτησία και η ελευθερία του έθνους εκλάπη, πρώτα από τους αλήτες του κόμματος Nyilaskeresztes Párt – Hungarista Mozgalom, που υποστηρίχθηκε από τους Ναζί και αποτέλεσε βασικό τους σύμμαχό τους κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και έπειτα από τους κομμουνιστές με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης». Όλα αυτά δείχνουν ένα κράτος που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με το παρελθόν του, δεν το κρύβει, παρά ζει συμφιλιωμένο με αυτό – ή τουλάχιστον αυτό επιδιώκει να κάνει και να προβάλει, διόλου αμελητέες επιδιώξεις και οι δύο.






Περνάω με μελαγχολία στα καθ’ ημάς. Είναι ευτύχημα, αποτέλεσμα θάρρους και σύνεσης, ότι η χώρα από την πρώτη στιγμή αντιστάθηκε στους Ναζί και ότι η πολιτική που διαμόρφωσαν οι «Κουίσλιγκς» κυβερνήσεις της ναζιστικής κατοχής δεν αποτελούσαν επιλογές ενός ελεύθερου κράτους, ικανού να ορίζει τις τύχες του. Αυτές τις χάραζαν, τουλάχιστον σε ηθικό επίπεδο, οι ηρωικές αντιστασιακές οργανώσεις. Είναι επίσης ευτύχημα ότι ποτέ δεν εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μια κομμουνιστικού τύπου δικτατορία. Κάπου εδώ όμως ξεκινάει η παραδοξότητα.

Δεν θέλω να εμβαθύνω σε ιστορικές αναφορές ή σχετικές αναλύσεις, δεν είναι ο σκοπός του κειμένου ούτε χωράει αυτό σε ένα σύντομο άρθρο. Άλλωστε, οι θέσεις μου είναι προφανείς από τα μόλις ανωτέρω λεχθέντα. Αυτό που με προβληματίζει είναι ότι δεν είμαστε καθόλου συμφιλιωμένοι με το όποιο παρελθόν μας – ούτε και επιδιώκουμε κάτι τέτοιο. Είναι αλήθεια από τη μία πλευρά ότι για την αρχαία ιστορία, για την οποία μας διέπει κυρίως βαθιά άγνοια συνυφασμένη με μια ψευδαίσθηση συνέχειας και ιδιοκτησίας, αισθανόμαστε μια κούφια υπερηφάνεια. Βοηθούν και τα μνημεία (πολλά εκ των οποίων είναι της ρωμαϊκής περιόδου, αλλά ας μην τα χαλάσουμε εδώ), τα οποία στέκουν αγέρωχα, με την άχρονη λάμψη τους να νικά τη φθορά του χρόνου, και αποτελούν δυνητικά βάση διαμόρφωσης μιας ιστορικής και πολιτισμικής συνείδησης (που ουδόλως σχετίζονται με φαντασιώσεις ιδιοκτησίας). Από την άλλη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη νεότερη. Φέρνω τυχαία στο μυαλό μου τα κρατητήρια της Γκεστάπο και της Κομμαντατούρ που μένουν καλά κρυμμένα από το βλέμμα του περαστικού, τα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, μια τοποθεσία οικεία μόνο σε μυημένους, το μνημείο μνήμης των Αθηναίων Εβραίων στο Θησείο προς Κεραμεικό, που κρύβεται επίσης καλά, μην τυχόν και το δει κανείς και παρεξηγηθεί. Ακόμα και το ιστορικό Πολυτεχνείο στην οδό Πατησίων στέκει διαρκώς βανδαλισμένο από μουτζούρες και συνθήματα, ενώ για τρεις μέρες τον χρόνο σκεπάζεται από κακόγουστες μαυροκόκκινες αφίσες των κατά φαντασίαν ιδιοκτητών του αγώνα που συμβολίζει.
Αποτελεί πρόκληση ισοδύναμη με εξερεύνηση κρυμμένου θησαυρού η αναζήτηση ενός τοπόσημου, ενός στοιχείου μνημειακής αρχιτεκτονικής, που να είναι ορατό στον δημόσιο χώρο ή, έστω, να μην είναι βανδαλισμένο. Σε μεγάλο βαθμό, η ιστορία στη χώρα μας κρύβεται, γιατί δεν την αντιλαμβανόμαστε ως μέσο διαμόρφωσης κοινωνικής και πολιτισμικής συνείδησης, αλλά ως πηγή μίσους και ένα πεδίο παραγωγής εξυπνακίστικων τσιτάτων, συνήθως κομματικού και ψευτοϊδεολογικού υποβάθρου.

Προσεγγίζουμε την ιστορία με άγονο τρόπο. Είτε με την ιδέα ότι αποτελούμε έναν λαό αλάνθαστο και περιούσιο, ανάδελφο στην πορεία του χρόνου, και ό,τι δεν ταιριάζει με την αφήγηση αυτή, ό,τι την κηλιδώνει το σβήνουμε, λες και μπορούμε έτσι να το καταστήσουμε ανύπαρκτο. Είτε με την αίσθηση της ιδιοκτησίας και μια μανιχαϊστική λογική, η οποία περνά ακόμα και στη διεκδίκηση των νεκρών των αγώνων του παρελθόντος (οι «δικοί μας» και οι «δικοί σας» νεκροί). Ενδεικτικό κι αυτό της αδυναμίας να ξορκίσουμε τους δαίμονες που κατατρύχουν την κοινωνία μας αλλά και της αρνησιμάθειάς μας (κλέβω τον όρο αυτόν από τον κ. Μαυρογορδάτο, σε ένα άρθρο του οποίου τον διάβασα).

Είναι ζήτημα νοοτροπίας; Σαφώς και ναι. Και αποτέλεσμα άγονης προσέγγισης της ιστορίας στα μαθητικά θρανία. Επιστρέφω στη Βουδαπέστη, στη Βούδα συγκεκριμένα. Εκεί είδα αναρτημένα τα αποτελέσματα μιας μαθητικής εργασίας συνεργαζόμενων σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας. Σε μια εργασία μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου Toldy προσεγγίζουν το Ολοκαύτωμα μέσα από ερευνητικές εργασίες που αφορούν την τοπική εβραϊκή κοινότητα, μέσα από λίστες ονομάτων του στρατοπέδου συγκέντρωσης Flossenbürg, από τις οποίες έξηγαγαν τα ονόματα Ούγγρων Εβραίων έγκλειστων και δολοφονηθέντων και τα ταυτοποίησαν με αναζήτηση στη βάση δεδομένων του δημοτολογίου, μέσα από τον τηλεφωνικό κατάλογο της εποχής και τους καταλόγους των σχολείων. Μετά, χωρισμένες/οι σε ομάδες, κατέγραψαν προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που βρήκαν εκεί τραγικό θάνατο. Αυτά.





Στη χώρα μας ακόμα οι μαθητές και οι μαθήτριες εξετάζονται την ιστορία με τη μέθοδο της αποστήθισης ενός και μόνο βιβλίου. «Όταν ρωτάτε την πολιτική του Βενιζέλου, εννοείτε αυτά που λέει στην παράγραφο κάτω από τη φωτογραφία του στη σελίδα 90;» Και, επειδή στο σχολείο η ιστορία δεν είναι ελκυστική, ούτε και διδάσκουμε κάτι ουσιαστικό για τη μεθοδολογία προσέγγισής της και την επιστημονικότητά της, πολλές και πολλοί «μαθαίνουν» ιστορία στις κομματικές οργανώσεις στις οποίες εντάσσονται, μέσα από βίντεο στο YouTube και από αναρτήσεις στο TikTok. Περιμένουμε, λοιπόν, κάτι καλύτερο;

δημοσιεύτηκε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου