Πέρασαν τρία χρόνια από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, το οποίο στέρησε τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Πολλά έχουν γίνει από τότε, πολύ περισσότερα έχουν γραφτεί, τα περισσότερα από αυτά, όμως, καμιά σχέση δεν έχουν με την ουσία τού δυστυχήματος, παρά κινήθηκαν –και κινούνται– στη σφαίρα της πολιτικής, κυρίως δε της παραπολιτικής. Λόγια, «απόψεις», στάσεις και τάσεις που περισσότερο εργαλειοποίησαν επικοινωνιακά το δυστύχημα παρά απέφεραν κάποιο όφελος ή τίμησαν τη μνήμη των αδικοχαμένων ανθρώπων.
Αυτά τα χρόνια ο δημόσιος λόγος κινήθηκε μεταξύ της στείρας καταγγελίας, με τον κόσμο να ζητά ευθύνες «εδώ και τώρα» αλλά να είναι βέβαιος ότι αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν θεσμικά παρά οχλοκρατικά, της συνωμοσιολογίας, καθώς όλοι γνώριζαν καλύτερα από τους επιστήμονες πώς μπορεί να δημιουργηθεί και από ποια υλικά η λεγόμενη πυρόσφαιρα ή ήταν εξπέρ στην εξακρίβωση της γνησιότητας των βίντεο, και της απειλής, καθώς, εν τέλει, σκοπός δεν ήταν η απόδοση δικαιοσύνης αλλά «να χυθεί αίμα», για να κατευναστεί η δημόσια οργή. Το λογικό consensus θα έπρεπε να είναι να ασκηθούν κοινωνικές πιέσεις προς την υπάρχουσα κυβέρνηση αλλά και τα κόμματα με κυβερνητικό παρελθόν και μελλοντική δυνητική κυβερνησιμότητα, ώστε να ληφθούν δεσμεύσεις σε βάθος –χ– χρόνου για εκσυγχρονισμό και εξασφάλιση των μετακινήσεων με τρένο και να δεσμευθεί ένα κονδύλι για τον σκοπό αυτόν. Να γεννιόταν από ένα ομόθυμο «ποτέ ξανά» μια ομόφωνη προτροπή και πίεση. Ωστόσο, η κοινωνική αυτή ενέργεια, που συσσωρεύτηκε από τη θλίψη, τον πόνο και τον φόβο –καθώς οι νεκροί των Τεμπών θα μπορούσαν είναι ο καθένας από εμάς–, μετασχηματίστηκε, περνώντας από πολιτικούς αγωγούς, σε ακατάσχετη οργή και ανεξέλεγκτο θυμό, που δεν παρήγαγε κανένα αποτέλεσμα.
Για κάποιον λόγο η κοινωνική δυσαρέσκεια εκφράστηκε(;) πιο έντονα πέρυσι, δύο χρόνια μετά το δυστύχημα. Λόγοι υπήρχαν για το αναπάντεχο αυτό μαζικό ξέσπασμα – ή και δεν υπήρχαν, τουλάχιστον όχι προφανέστεροι από ό,τι το 2024. Εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις και το κρίνεις. Αυτό που έγινε σαφές ήταν ότι είχε πολλά κοινά, σημειολογικά και «κινηματικά», με τους «Αγανακτισμένους» των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Υπήρχε φωνή που κήρυττε τον ξεσηκωμό από άμβωνος και υποσχόταν κάθαρση, τιμωρία, φυλακή, ξεσκέπασμα, ξεβρόμισμα του τόπου. Υπήρχε κόσμος που αλάλαζε υποταγμένος στο θυμικό, χωρίς κάποιο σαφές αίτημα παρά παρασυρμένος από αχαλίνωτη οργή, κουκουλωμένη υπό την ανθρωπιστική φενάκη της στήριξης των συγγενών. Υπήρξε ετυμηγορία για τους ενόχους, δεν υπήρχε λόγος να περιμένουμε το δικαστήριο. Και, εν τέλει, υπήρχε η πεποίθηση περί της ατομικής και μαζικής συμβολής σε κάτι σπουδαίο, αδιευκρίνιστο κι αυτό. «Γράφουμε ιστορία» ήταν ένα από τα συνθήματα, με ασαφές να παραμένει το περιεχόμενο της συγγραφής αυτής μέχρι και σήμερα. Κοινώς, υπήρξε κατά την κοινωνική αυτή στιγμή ο/η Μεσσίας που κήρυττε κάθαρση και μίσος, υπήρξε η προσμονή για κρεμάλες –άλλωστε Μεσσίας χωρίς κρεμάλα υπήρξε (αν υπήρξε) μόνο ένας– και, τέλος, προέκυψε και η εσωτερική πληρότητα που έδωσε η συμμετοχή σε μια καταλυτική ιστορικά περίσταση. Και κάπως έτσι εξαερώθηκε η κοινωνική ενέργεια και χάθηκε η ουσία.
Ιδανική κατάσταση για πολιτικές φωτοβολίδες. Κόμματα και πολιτικοί ιδιοποιήθηκαν αναίσχυντα τον πόνο και τον μετέτρεψαν είτε σε βατήρα εκκίνησης ενός σπριντ –γιατί τόσο λίγο θα κρατούσε αυτή η επίπλαστη δυναμική– με την ελπίδα πρόκλησης πολιτικών εξελίξεων, είτε σε σανίδα σωτηρίας. Βούτυρο στο ψωμί και της κυβέρνησης η κατάσταση, ειδικά όταν η αντιπολίτευση μετεωρίζεται μεταξύ αδράνειας και ανυπαρξίας. Η αντιμετώπιση στείρας καταγγελίας και συνωμοσιολογίας που καταρρέει είναι απείρως ευκολότερη από τη διαχείριση ενός ουσιώδους αιτήματος που απαιτεί σχεδιασμό, χρηματοδότηση, παρουσίαση στην κοινή γνώμη και έλεγχο. Ιδίως για την παρούσα κυβέρνηση που παίζει χωρίς πολιτικό αντίπαλο, παρότι επέδειξε πρωτοφανή ανικανότητα, αδράνεια και προχειρότητα στη διαχείριση, πρακτική και επικοινωνιακή. Μια κυβέρνηση που δεν δίστασε να χειροκροτήσει στη Βουλή τον Υπουργό τού δυστυχήματος ο οποίος, αναίσχυντα και αυτός, επεδίωξε και πέτυχε την επανεκλογή του, που έκανε χιούμορ με τους νεκρούς κατά τη διάρκεια της εξεταστικής, που διακινούσε προσβλητικό λόγο φερόμενο ακόμα και κατά των συγγενών. Αλλά έτσι συμβαίνει, όταν παίρνεις μια καλή πάσα. Την αξιοποιείς, ακόμα και αν έχεις τις ελάχιστες ικανότητες.
Τρία χρόνια μετά, λοιπόν, καμιά «ιστορία» δεν γράφτηκε, ούτε φαίνεται κάτι να αλλάζει ουσιαστικά στις μετακινήσεις που αποτελούν ένα ακόμα παραμελημένο δημόσιο αγαθό. Ούτε οι μεσσιανικές φωνές αποκάλυψαν τους ενόχους. Το καλό είναι ότι δεν στήθηκαν οι κρεμάλες. Το κακό, βέβαια, είναι ότι πολλοί που αισθάνονται διαρκώς ανεξάρτητοι, επαρκέστατα πληροφορημένοι, αυτεξούσιοι και έλλογοι, για να εμπιστευτούν τους θεσμούς, δεν σταματούν ποτέ να αναζητούν Μεσσίες, να αναμασούν τα στερούμενα λογικής λόγια τους και να ζητούν αίμα ως φόρο τιμής για την αποκατάσταση της ηθικής τάξης – όπως αυτοί και αυτές την έχουν στο μυαλό τους. Και πάλι απλώνεται μπροστά τους πεδίον δόξης λαμπρόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου